Από το Παράδειγμα στη Μέθοδο για την αστρολογική έρευνα

Οι μέθοδοι στηρίζονται σε παραδείγματα (πρότυπα) και επέχουν θέση των κατάλληλων εργαλείων για να διερευνηθούν τα είδη των ερωτήσεων που έχουν νόημα στα πλαίσια ενός δεδομένου παραδείγματος.

Στο άρθρο αυτό θα υποστηρίξω ότι οι μέθοδοι που απορρέουν από το μηχανιστικό παράδειγμα της σύγχρονης επιστήμης είναι ακατάλληλες για την αστρολογική έρευνα και, κατά συνέπεια, δεν είναι πιθανό να υποστηρίξουν την αστρολογική υπόθεση.
Ένα παράδειγμα είναι η κοσμοαντίληψη, στα πλαίσια της οποίας προσπαθεί κάποιος να κατανοήσει ένα δεδομένο φαινόμενο. Θεωρίες όπως η αστρολογία στεγάζονται σε υποδείγματα, όπως οι σιδηροδοκοί στήριξης ενός ουρανοξύστη. Αν αφαιρέσουμε τη θεωρία από το υπόδειγμα το οποίο φυσιολογικά υποστηρίζει, η θεωρία θα γίνει ακατανόητη, είναι σαν να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την έννοια μιας «σιδηροδοκού» χωρίς να γνωρίζουμε τι σημαίνει «κτίριο». Χωρίς τα κτίρια οι σιδηροδοκοί δεν έχουν νόημα. Αυτό συμβαίνει όταν η αστρολογία μεταφέρεται στο μηχανιστικό παράδειγμα και υφίσταται στατιστική ανάλυση. Γίνεται ακατανόητη. Υποστηρίζω ότι η θεωρία της αστρολογίας μπορεί να γίνει κατανοητή στα πλαίσια ενός οργανικού υποδείγματος όχι όμως στα πλαίσια ενός μηχανιστικού υποδείγματος. Έπεται ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για να ερευνηθεί η αστρολογία πρέπει να είναι συνεπείς με την οργανική κοσμοαντίληψη.

Αυτό που θέλω να δείξω εδώ είναι η διαφορά ανάμεσα στις σύγχρονες, ποσοτικές μεθόδους ανάλυσης και στις μεταμοντέρνες, ποιοτικές μεθόδους. Η θέση μου είναι ότι η ποσοτική ή στατιστική έρευνα διαστρεβλώνει το αντικείμενο μας, την αστρολογία, και άσχετα από το πόσο δυνατή μπορεί να είναι η «σύγχρονη» μέθοδος, προέρχεται από ένα υπόδειγμα που αποκλείει αξιωματικά την αστρολογία. Η σύγχρονη πειραματική μέθοδος είναι έμφυτα εχθρική απέναντι στην αστρολογία και, κατά συνέπεια, δεν πρόκειται να δώσει αποτελέσματα που να στηρίζουν το μοντέλο μας. Αντίθετα, η μεταμοντέρνα επιστήμη είναι συμβατή με τις νέες, ποιοτικές μεθόδους έρευνας που φαίνονται να υπόσχονται όχι μόνο ότι θα υπερασπίσουν την αστρολογική υπόθεση, αλλά και ότι θα επαυξήσουν τις γνώσεις στον τομέα αυτό.

Το Πρόβλημα της Αξιοπιστίας
Η αστρολογία βασίζεται στον ισχυρισμό ότι υφίστανται τακτικοί και εφικτοί στην παρατήρηση συσχετισμοί ανάμεσα στα ουράνια και τα γήινα φαινόμενα. Πρωταρχικός, ανάμεσα σ’ αυτούς τους συσχετισμούς είναι ο ισομορφισμός της ψυχής και του κόσμου, αυτό που υποστηρίζουν οι αστρολόγοι ότι, δηλαδή, η ψυχική δομή αποκαλύπτεται στη δομή του ηλιακού συστήματος κατά τη στιγμή της γέννησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αν αλήθευε ένας τέτοιος ισχυρισμός, η αστρολογία θα ήταν ανεκτίμητη. Το να έχουμε ένα όργανο που καταγράφει την αόρατη αρχέτυπη δομή της ανθρώπινης ψυχής, που επεξηγεί σχηματισμούς ανάπτυξης και εξέλιξης, που αποκαλύπτει το ουσιαστικό νόημα μιας ιδιαίτερης εμπειρίας ή φάσης ζωής, που επισημαίνει περιόδους κρίσης και δείχνει κατά προσέγγιση τη διάρκειά τους, που διευκολύνει την συναισθηματική κατανόηση (ενσυναίσθηση, εμβίωση), που εκθέτει τις διάχυτες συμπτώσεις, οι οποίες συνδέουν την υποκειμενική και την αντικειμενική πραγματικότητα, που ενισχύει και εμβαθύνει την πνευματική κατανόηση και προσφέρει εκπληκτική αισθητική ικανοποίηση, θα ήταν πράγματι αξιοθαύμαστο.

Κι όμως, η αστρολογία δεν συγκαταλέγεται στα επαγγέλματα όπου αναμφισβήτητα θα μπορούσε να προσφέρει το μέγιστο των υπηρεσιών της, την ιατρική, την ψυχιατρική, την ψυχοθεραπεία και την οικογενειακή συμβουλευτική. Σίγουρα δεν έχει θέση στα πανεπιστήμιά μας, έχει χλευαστεί από όλους σχεδόν τους κλάδους της σύγχρονης γνώσης και πολλοί επιστήμονες θεωρούν ότι πρόκειται απλώς για τσαρλατανισμό. Στο τεύχος Σεπτεμβρίου 1975, το περιοδικό The Humanist δημοσίευσε μία δήλωση εναντίον της αστρολογίας και αποκήρυξης της υπογραμμένη από 186 κορυφαίους επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και 18 βραβευμένων με Νόμπελ. Η αστρολογία που κάποτε είχε θεωρηθεί θεϊκή τέχνη και άξια μελέτης από μορφές όπως ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ και ο Νεύτων, βρέθηκε ξαφνικά να αποκαλείται (από έναν από τους επιστήμονες που συνυπέγραψαν τη δήλωση) «απόλυτο σκουπίδι».

Η ανυποληψία στην οποία έχει περιπέσει η αστρολογία στις ακαδημαϊκές και επιστημονικές ελίτ της κουλτούρας μας αντιδιαστέλλεται έντονα με το θαυμασμό με τον οποίο την αντιμετωπίζουν οι υπερασπιστές της. Πρόκειται για μια παράδοξη, σχεδόν σχιζοειδή αντίθεση της συλλογικής ψυχής. Πώς θα εξηγήσουμε την ασυμφωνία ανάμεσα στην αβυσσαλέα περιφρόνηση από τη μία μεριά και τους διθυράμβους των οπαδών της από την άλλη; Νομίζω ότι η απάντηση σ’ αυτό το αίνιγμα βρίσκεται στην αντίληψη του υποδείγματος. Στο μηχανιστικό υπόδειγμα της σύγχρονης επιστήμης, είναι ευρύτατα αποδεκτό ότι η μέθοδος που καταδεικνύει την αξιοπιστία μίας υπόθεσης είναι η πειραματική μέθοδος. Όμως, ακριβώς αυτές οι εμπειρικές και ποσοτικές μέθοδοι της σύγχρονης επιστήμης οδήγησαν στην αποκήρυξη της αστρολογίας κατά τον 17ο αιώνα, όχι επειδή τέτοιου είδους μέθοδοι διαψεύδουν την αστρολογία, αλλά επειδή η εφαρμογή της πειραματικής μεθόδου εγκλώβισε την αστρολογία σε ένα θεωρητικό κελί από το οποίο δεν μπορούσε να δραπετεύσει.

Η εμπειρική επιστήμη βασίζεται σε ορισμένες μεταφυσικές προϋποθέσεις, οι οποίες μας εμποδίζουν να δούμε οποιεσδήποτε άλλες αλήθειες εκτός από αυτές που εμπίπτουν στο οριοθετημένο πεδίο της συγκεκριμένης μεθόδου. Αλλά η αστρολογία δεν συμμορφώνεται με αυτό το γνωστικό εργαλείο. Έτσι οι αλήθειες της είτε παραμένουν αφανείς είτε φαίνεται να διαψεύδονται. Για όσο καιρό οι αστρολόγοι πιστεύουν ότι ο μοναδικός τρόπος να υπερασπιστούν το μοντέλο τους είναι με τη βοήθεια της πειραματικής μεθόδου της μηχανιστικής επιστήμης, θα παραμένουν παγιδευμένοι στο δικό τους Catch-22[2]: η αστρολογία πρέπει να συμμορφώνεται με την πειραματική μέθοδο για να γίνει αποδεκτή, αλλά η πειραματική μέθοδος είναι από τη φύση της ασύμβατη με την αστρολογία.

Ευτυχώς. υπάρχει ένα εναλλακτικό παράδειγμα στα πλαίσια του οποίου μπορούμε να εξετάσουμε και να αναλύσουμε την αλήθεια των αστρολογικών ισχυρισμών. Πρόκειται για το οργανικό υπόδειγμα των προ-επιστημονικών πολιτισμών, το οποίο σήμερα αναδύεται για μια ακόμα φορά με την επωνυμία της «μεταμοντέρνας επιστήμης». Τα τελευταία χρόνια, παρουσιάστηκε μια ριζική μεταστροφή στη φιλοσοφία της επιστήμης που μας επιτρέπει να αποδεχθούμε αλήθειες οι οποίες έναν αιώνα πριν θα φαίνονταν μαγικές. Δεν πρέπει βέβαια να υπερτονιστεί η σημασία αυτού του γεγονότος, αφού η αστρολογία αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε από τη μαγική, οργανική κοσμοαντίληψη των προεπιστημονικών πολιτισμών. Η πεποίθηση μου είναι ότι η αστρολογία θα γίνει ευρύτερα αποδεκτή και χωρίς προκαταλήψεις μάλλον με τη μεταβολή του παραδείγματος και όχι διαμέσου της πειραματικής επιστήμης του προγενέστερου παραδείγματος.Αυτό το καινούργιο, εξελισσόμενο υπόδειγμα όχι μόνο είναι σε θέση να προσφέρει ένα κλίμα κατανόησης φιλόξενο για την αστρολογία, αλλά και εναλλακτικές μεθόδους έρευνας που θα συμβαδίζουν με το είδος γνώσης που η αστρολογία πρεσβεύει.

Η σημασία του παραδείγματος
Για να καταλάβουμε για ποιο λόγο οι σύγχρονες στατιστικές μέθοδοι είναι ακατάλληλες για την αστρολογική έρευνα, θα πρέπει να κατανοήσουμε το παράδειγμα από το οποίο προκύπτουν. Ένα παράδειγμα μπορεί να οριστεί ως η επικρατούσα «κοσμοαντίληψη» ενός πολιτισμού. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύνολο εννοιών και θεωριών που από κοινού σχηματίζουν μια ιδιαίτερη οπτική της πραγματικότητας. Μέσα στα πλαίσια ενός δεδομένου υποδείγματος, ορισμένες αξίες και πρακτικές γίνονται αποδεκτές από όλα τα μέλη της κοινότητας και αποτελούν τις οργανωτικές της βάσεις. Το υπόδειγμα, για να το πούμε απλά, είναι ένα σύστημα πεποιθήσεων κοινό για έναν πολιτισμό.

Ο Thomas Kuhn (1970), στο κλασικό του έργο The Structure of Scientific Revolutions,[3] εξηγεί ότι το υπόδειγμα είναι ένα κοινό σύνολο πεποιθήσεων ή υποθέσεων εργασίας που «για ένα χρονικό διάστημα παρέχει προβλήματα και λύσεις σε μια κοινότητα ερευνητών». Όμως, υπάρχουν ορισμένα είδη προβλημάτων και ορισμένες μέθοδοι επίλυσης προβλημάτων που βρίσκονται έξω από τα όρια του συγκεκριμένου υποδείγματος. «Ένα υπόδειγμα» παρατηρεί ο Kuhn «δεν χρειάζεται να εξηγεί, και στην πραγματικότητα ποτέ δεν εξηγεί, όλα τα φαινόμενα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπο» (σελ. 18). Θα λέγαμε ότι το υπόδειγμα μοιάζει με ένα φίλτρο που όχι μόνο χρωματίζει τα δεδομένα που εισέρχονται (π.χ. δίνοντας τους μια συγκεκριμένη ερμηνεία), αλλά καθορίζει και ποιο είδος δεδομένων να εισέλθουν.

Το παράδειγμα μας βοηθά να δούμε κάποια πράγματα, αλλά μας τυφλώνει απέναντι σε κάποια άλλα, τα πράγματα αυτά που δεν θα είχαν νόημα μέσα στο συγκεκριμένο ερμηνευτικό πλαίσιο. Ο ερευνητής ποτέ δεν έρχεται αυτόνομα σε επαφή με την πραγματικότητα. Ο χαρακτήρας της γνώσης που έχει κάποιος και των κατηγοριών σύμφωνα με τις οποίες ταξινομείται η εμπειρία του, αποτελούν λειτουργίες του υποδείγματος που έχει κληρονομήσει. Όπως σημειώνει και ο Wittgenstein (1968) βλέπουμε μέσα από το αινιγματικό κάτοπτρο του γνωστικού εργαλείου μιας ιστορικά καθορισμένης κοσμοαντίληψης.

Η πεποίθηση ότι οι θεωρίες μας παρέχουν μια ορθή και αληθή περιγραφή της πραγματικότητας, αποτελεί μία προβολή. Θα ήμασταν πιο ακριβείς αν λέγαμε ότι οι θεωρίες μας οικοδομούν μια πραγματικότητα που λειτουργεί για μας. Το καλύτερο παράδειγμα είναι το μηχανιστικό υπόδειγμα που κυριάρχησε στη δυτική κουλτούρα τους δύο τελευταίους αιώνες. Μέσα στα πλαίσια αυτού του παραδείγματος, πραγματοποιήθηκαν εκπληκτικά τεχνολογικά και ιατρικά άλματα. Όμως, στις προσπάθειές μας να ταυτίσουμε την πραγματικότητα με το υλικό της υπόστρωμα, μια ολόκληρη σειρά φαινομένων που δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά με μηχανιστικούς όρους είτε αγνοήθηκαν είτε απορρίφθηκαν, η δημιουργικότητα, η ελευθερία, η τελεολογία, η έμπνευση, η διαίσθηση, η προφητεία, η τηλεπάθεια και η αστρολογία.

Σύμφωνα με τον Kuhn (1970) το υπόδειγμα μπορεί να «απομονώσει την κοινότητα από σημαντικά κοινωνικά προβλήματα που δεν μπορούν να αναχθούν σε μια συγκεκριμένη μορφή ερωτήματος που αποδέχεται μια συγκεκριμένη μορφή απάντησης, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να διατυπωθούν με τους όρους των εννοιολογικών και χρηστικών εργαλείων που προσφέρει το παράδειγμα» (σελ. 37). Όταν αρχίζουν να εμφανίζονται ανώμαλα ευρήματα στη διάρκεια κάποιων ερευνών που διεξάγονται στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου υποδείγματος, αρχικά απορρίπτονται. Θεωρούνται πιθανά σφάλματα, επινοήσεις, υπερβολές ή απλώς ταξινομούνται ως «ανωμαλίες» που δεν ταιριάζουν στο επίσημα αποδεκτό πλαίσιο και μπορούν να παραμεριστούν με ασφάλεια μέχρι την ώρα που κάπως θα καταφέρουμε να τις συνταιριάξουμε κι αυτές. Ο Kuhn εξηγεί: «Βεβαιωνόμαστε ότι το υπόδειγμα δεν πρόκειται να υποκύψει εύκολα και η αντίσταση του παραδείγματος μας εγγυάται ότι οι επιστήμονες δεν θα παρασύρονται ώστε να επιτρέπουν σ΄αυτές τις ανωμαλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αλλαγή υποδείγματος να εισχωρούν στον πυρήνα της υπάρχουσας γνώσης». (σελ. 55). Η αστρολογία, φυσικά, είναι μια από αυτές τις ανωμαλίες που δεν μπορούν να αναχθούν στο σχήμα απλή ερώτηση απλή απάντηση, δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές με τις έννοιες που παρέχει το μηχανιστικό υπόδειγμα και μπορούν κάλλιστα να εισχωρήσουν στον πυρήνα της υπάρχουσας γνώσης. Με τον ίδιο τρόπο, θεωρώ ότι οι αντιδράσεις απέναντι στην αστρολογία οφείλονται ακριβώς στο ότι η αποδοχή της θα ήταν μια σφήνα που θα καρφώνονταν κατευθείαν στην καρδιά του μηχανιστικού παραδείγματος.

Θεμελιώδεις Αρχές του Μηχανιστικού παραδείγματος
Τον 17ο αιώνα οι ιδρυτές της σύγχρονης επιστήμης Μπέικον (Βάκων), Ντεκάρτ (Καρτέσιος), Νεύτων και Γαλιλαίος αντιλήφθηκαν την πραγματικότητα σαν μια μηχανή. Έτσι και το υπόδειγμα που επρόκειτο να κυριαρχήσει στον δυτικό πολιτισμό ονομάστηκε μηχανιστικό. Οι πρώτοι ερευνητές ανακάλυψαν ότι πολλές πλευρές της πραγματικότητας μπορούσαν να αναλυθούν στα λειτουργικά τους μέρη, στη συνέχεια να συναρμολογηθούν και να τεθούν πάλι σε λειτουργία, όπως ακριβώς κάνουμε και με μια μηχανή. Αυτού του είδους η αποσυναρμολόγηση συναρμολόγηση μας έδειχνε τον τρόπο που λειτουργούσαν τα πράγματα. Κάθε τι «πραγματικό» έπρεπε, κατά συνέπεια, να αντιμετωπίζεται ως κάτι που είχε μηχανικές ιδιότητες.

Η πεμπτουσία της μηχανιστικής προσέγγισης ήταν η πεποίθηση ότι όλα τα «φυσικά» φαινόμενα μπορούν να ερμηνευθούν με τους νόμους της εν κινήσει ύλης. Η ύλη μπορούσε να διασπασθεί σε ελάχιστα σωματίδια, διακριτά στο χώρο, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, ανίκανα να αισθανθούν ή να κινηθούν από μόνα τους. Η κίνηση μπορούσε να μεταδοθεί μόνο διαμέσου του κενού χώρου είτε με άμεση επαφή είτε με μια σειρά άμεσων επαφών μεταξύ των υλικών μονάδων. Με λίγα λόγια, ο μηχανισμός υπόσχονταν να εξηγήσει όλα τα φυσικά φαινόμενα με μία και μοναδική αρχή την ύλη σε κίνηση.

Ο Ρενέ Ντεκάρτ (Καρτέσιος) (1596-1650) υποστήριξε ότι οι πρωταρχικές ιδιότητες του Σύμπαντος ήταν φυσικές και μαθηματικές. Το βασικό δόγμα του καρτεσιανισμού υπήρξε η διαίρεση της πραγματικότητας στη νόηση (res cogitans), η ουσία της οποίας είναι η σκέψη, και στη σκέψη (res extensa), η ουσία της οποίας είναι η έκταση σε τρεις διαστάσεις. Απομονώνοντας τη νόηση από την υπόλοιπη πραγματικότητα, η επιστήμη ήταν ελεύθερη να ασχοληθεί με μια καθαρή res extensa, αμόλυντη από τα μη μαθηματικά χαρακτηριστικά της ύπαρξης. Συνεπαγόταν ότι αυτό που δεν ήταν εκτατό και μετρήσιμο περιλάμβανε το σύνολο της νοητικής και πνευματικής πραγματικότητας. Δεν ήταν απλώς η νόηση που είχε αποχωριστεί από την ύλη, αλλά και ο ίδιος ο Θεός με άλλα λόγια, η νόηση και ο Θεός αποτελούσαν διακριτές οντολογικές υποστάσεις. Ενώ η επιστήμη αρχικά λειτουργούσε στα πλαίσια ενός υπερφυσικού δυϊσμού, όπου στην ψυχή και στο Θεό αποδίδονταν επεξηγηματικές λειτουργίες και, συνεπώς, αιτιακές δυνάμεις, η επιτυχία της μηχανιστικής προσέγγισης στη φυσική οδήγησε σύντομα στη βεβαιότητα ότι η προσέγγιση αυτή έπρεπε να εφαρμοστεί στο σύνολο της πραγματικότητας.Ο Θεός πρώτα απεκδύθηκε όλων των αιτιακών του δυνάμεων (εκτός από αυτή της αρχικής δημιουργίας του κόσμου) και, στη συνέχεια, οι μεταγενέστεροι στοχαστές μετέτρεψαν αυτόν τον θεϊσμό σε απόλυτο αθεϊσμό.

Με τον ίδιο τρόπο, η ανθρώπινη συνείδηση υποβαθμίστηκε σταδιακά και σε αντίστροφη αναλογία με τις κατακτήσεις της ματεριαλιστικής επιστήμης. Τον 18ο αιώνα η νόηση θεωρήθηκε «επιφαινόμενο», δηλαδή πραγματικό φαινόμενο, αλλά μόνο ως αποτέλεσμα, όχι ως αιτία. Τέλος, εξαλείφθηκε ολοκληρωτικά ως διακριτή οντότητα και διατυπώθηκε η άποψη ότι επρόκειτο απλώς για ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζει ο εγκέφαλος. Αυτή η αντίληψη είναι γνωστή ως «θέση της ψυχο-νευρολογικής ταυτότητας» – ότι δηλαδή η νόηση είναι απλώς μια λέξη που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τη βιοχημεία των νευρολογικών μηχανισμών.

Τα πράγματα δείχνουν ότι ο πυρήνας του μηχανιστικού παραδείγματος είναι ματεριαλιστικός (υλιστικός). Εμπεριέχει το αξίωμα ότι κάτι που στερείται το στοιχείο της ύλης δεν υπάρχει. Ο Griffin (1988) παρατηρεί ότι η απομυθοποίηση του κόσμου είναι αποτέλεσμα αλλά και προϋπόθεση της σύγχρονης επιστήμης. Με τον όρο «απομυθοποίηση» (disenchantment) εννοεί την άρνηση κάθε υποκειμενικότητας στη φύση, κάθε εμπειρίας, συναισθήματος ή πρόθεσης. Η ορθόδοξη επιστήμη, σημειώνει ο Griffin, μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε κάτι από το οποίο έχει αφαιρεθεί η μαγεία, κάτι χωρίς ψυχή. Αφαιρείται αυτό που ο Πλάτωνας προσδιορίζει ως ψυχή, κάτι που κινείται μόνο του και ορίζει τον εαυτό του, τουλάχιστον εν μέρει, επιδιώκοντας συγκεκριμένους σκοπούς. Από ένα αυστηρά επιστημονικό πρίσμα, λοιπόν, το ανθρώπινο είδος πρέπει να ερμηνευτεί με καθαρά απρόσωπους όρους, ως κάτι χωρίς δημιουργικότητα, χωρίς αυτοκαθορισμό και χωρίς τίποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί θεϊκό.

Και η μεταφυσική της σύγχρονης επιστήμης ήταν ντετερμινιστική στο βαθμό που ισχυριζόταν ξεκάθαρα ότι όλα τα φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένων και των ηθικών επιλογών, καθορίζονται απόλυτα από τις προϋπάρχουσες αιτίες. Αυτό σήμαινε ότι η αιτίαση ήταν αποκλειστικά υλική διαμέσου της άμεσης φυσικής επαφής. Δεν υπήρχε περιθώριο για κανένα στοιχείο εσωτερικής αιτίασης («ελεύθερη βούληση»), ούτε αναγωγικής αιτίασης από κάποια υποτιθέμενη ανώτερη πηγή πλανητική, θεϊκή ή πνευματική. Αυτή η υπόθεση απόκοψε ριζικά κάθε πιθανότητα να γίνει κατανοητή η αστρολογική σύνδεση ανάμεσα στα ουράνια και τα γήινα φαινόμενα. Στο βαθμό που η αστρολογία δεν μπορούσε να εξηγηθεί με όρους επιστημονικού ντετερμινισμού, έγινε ακατανόητη, ένα ψευδεπίγραφο σύστημα πεποιθήσεων προσηλωμένο σε ένα έκπτωτο υπόδειγμα.

Κατά την περίοδο της σύλληψής του, ο μηχανισμός αντιπροσώπευε μια πανίσχυρη πρόκληση στην οργανική κοσμοαντίληψη της προ-επιστημονικής Ευρώπης. Εκεί όπου οι μηχανιστές αντιλαμβάνονταν το σύμπαν σαν μια άψυχη μηχανή, οι μεσαιωνικοί «φυσικοί φιλόσοφοι» θεωρούσαν ότι το σύμπαν έμοιαζε περισσότερο με ένα ζωντανό οργανισμό. Όμως, αυτή ήταν η πρωταρχική κοσμοαντίληψη που με τη μία ή την άλλη μορφή κυριάρχησε σε όλους τους τόπους και σε όλες τις εποχές ξεκινώντας από τις πρωτόγονες φυλές. Οι αρχαίοι πολιτισμοί έβλεπαν τον κόσμο σαν ένα μαγεμένο κήπο, όπου κάποιο είδος Συμπαντικής Συνείδησης ή η «ψυχή του κόσμου» ενυπήρχε σε όλα τα μέρη και σε όλες τις διαδικασίες της φύσης. Γι’ αυτούς τα πάντα ήταν έμβια και συντονισμένα αλληλοεπιδρώντας μεταξύ τους. Πρόκειται γι’ αυτό που ονομάζουμε ανιμισμό, την αντίληψη δηλαδή ότι κάθε τι στη φύση είναι έμψυχο και παίρνει ζωή από μια πνευματική, ενοικούσα παρουσία. Οι μικρότερες ψυχές κούρνιαζαν στη μεγάλη ψυχή, ψυχές μέσα στην Ψυχή. Τα γεγονότα δεν συνέβαιναν τυχαία, αλλά αποτελούσαν εκδηλώσεις μιας σκόπιμης και πανταχού παρούσας συνείδησης, διασπαρμένης στο άπειρο διαμέσου ενός πνευματικού όντος.

Επειδή ο κόσμος ήταν μια μεγάλη ιεραρχία της Ύπαρξης, τίποτε δεν βρίσκονταν απομονωμένο από το άλλο και κάθε έμβιο ον ανήκε στη μοναδική ζωή που έρεε μέσα σε όλα τα πράγματα. Με τον ίδιο τρόπο, ένα συμβάν μπορούσε να ερμηνευθεί με βάση το θεϊκό του σκοπό ή λειτουργία σε ένα γεμάτο νόημα κόσμο. Η αστρολογία είχε ως επίκεντρο αυτή ακριβώς την πεποίθηση, αφού όχι μόνο πρότεινε μια ενοποιητική κοσμοθεωρία όπου τα πάντα συνδέονταν μεταξύ τους, αλλά πρόσφερε και μια συμβολική γλώσσα με τη βοήθεια της οποίας μπορούσαν να εξηγηθούν τα διάφορα νοήματα και οι αντιστοιχίες των φυσικών φαινομένων.

Κατά το τέλος του 18ου αιώνα οι διανοούμενοι ζούσαν σε έναν κόσμο που στην πραγματικότητα ήταν νεκρός, που είχε κατασκευαστεί και τεθεί σε κίνηση από κάποια υπερβατική (όχι ενυπάρχουσα) Θεότητα, όπου όλα τα συνακόλουθα συμβάντα οφείλονταν σε μηχανικές αλληλεπιδράσεις και σε λογικές αρχές. Ένας τέτοιος κόσμος ήταν στατικός και άσκοπος αφού θεωρούσαν ότι ο Θεός δεν είχε καμιά περαιτέρω πρόθεση πέρα από την αρχική του δημιουργία. Αντίθετα, οποιαδήποτε υπόνοια ότι ο φυσικός κόσμος είχε κάποια πρόθεση αντιμετωπίζονταν σαν αφελώς ανθρωποκεντρική αντίληψη, μια προβολή της ανθρώπινης υποκειμενικότητας στον φυσικό κόσμο. Η έννοια της συνείδησης ως κάτι που ενυπάρχει στην ύλη απαλείφθηκε εξαιτίας της καρτεσιανής διχοτόμησης πνεύματος και ύλης. Ακριβώς αυτή η διχοτόμηση πρόσφερε τη δικαίωση στον απόλυτο μηχανικό ματεριαλισμό (υλισμό) της σύγχρονης επιστήμης. Από το σημείο αυτό και μετά, η έννοια του Θεού περιορίστηκε αυθαίρετα στην υπερβατική της πλευρά, ενώ η έννοια της ενυπάρχουσας θεότητας είτε ξεχάστηκε είτε απαλείφθηκε. Αυτό σημαίνει ότι ο μακρόκοσμος και ο μικρόκοσμος, ο κόσμος και η ψυχή, δεν συνδέονταν πια με τους συνηχούντες δεσμούς (resonant bonds) παλλόμενων συχνοτήτων που ένωναν τον ουρανό με τη γη.

Αφού η μηχανιστική αντίληψη αρνήθηκε σαφώς ότι τα φυσικά πράγματα είχαν οποιαδήποτε δύναμη να έλκουν άλλα πράγματα, οι πλανήτες δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να επηρεάσουν ή να έχουν κάποια αντιστοιχία με τις ανθρώπινες υποθέσεις. Η επιθυμία να εξοριστεί η πιθανότητα της δράσης από απόσταση ήταν, στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο κίνητρο πίσω από τη μηχανιστική φιλοσοφία (Easlea, 1980). Οι οπαδοί του μηχανισμού διακήρυξαν ότι δεν υπήρχαν κρυμμένες («απόκρυφες») ιδιότητες στην ύλη, καμία ψυχή, καμία ευφυία, καμία πρόθεση, καμία ικανότητα αυθόρμητης κίνησης και σίγουρα καμία ικανότητα να επηρεάζει ή να ανταποκρίνεται στις κινήσεις μακρινών σωμάτων. Τα αποτελέσματα ερμηνεύονταν ολοκληρωτικά βάσει προηγούμενων αιτίων και τα αίτια αυτά, σε τελική ανάλυση, έπρεπε να είναι φυσικά (σωματικά, υλικά).

Η απόρριψη των ερμηνειών που στηρίζονταν στη δράση από απόσταση για χάρη των ερμηνειών που στηρίζονταν στη δράση με επαφή βασίστηκε στην αντικατάσταση όλων των οργανικών και ψυχο-πνευματικών ερμηνειών από μηχανιστικές. Στην καρδιά της μηχανιστικής οπτικής βρίσκονταν η άρνηση της αντίληψης ότι τα πράγματα στη φύση έχουν κάποιες κρυφές («απόκρυφες») δυνάμεις να έλκουν άλλα πράγματα. Η ψυχή και ο κόσμος δεν έμοιαζαν κατά κανένα τρόπο, δεν υπήρχαν αντιστοιχίες, δεν υπήρχαν αλληλοεπιδρώσες συνηχήσεις. Έτσι αφαιρέθηκε η μαγεία από τη φύση. Το σύμπαν απογυμνώθηκε από κάθε χαρακτηριστικό με το οποίο το ανθρώπινο πνεύμα θα μπορούσε να νοιώσει ένα αίσθημα συγγένειας. Ακόμα κι όταν έγινε αποδεκτό ότι η ανθρώπινη υποκειμενική εμπειρία είναι εμπρόθετη, το γεγονός πως η επιστήμη ισχυρίζεται ότι το σύμπαν δεν έχει πρόθεση καταλήγει στην αποξένωση των ανθρώπων από τη φύση. Προκύπτει ένας δυισμός: οι άνθρωποι είναι έμβια και εμπρόθετα όντα, το υπόλοιπο σύμπαν είναι ένα γιγάντιο πτώμα που κινείται μηχανικά.

Ο πρωταρχικός δυισμός της σύγχρονης επιστήμης ήταν η διάσπαση του πνεύματος από την ύλη. ’λλοι δυισμοί, όπως η διάσπαση νόησης σκέψης και η διάσπαση ψυχής κόσμου ακολούθησαν λογικά αυτόν τον αρχικό διαχωρισμό. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το «προπατορικό αμάρτημα» της επιστήμης η προσδοκία της να γνωρίσει όλη την πραγματικότητα αρνούμενη ταυτόχρονα την πραγματικότητα όσων βρίσκονται έξω από την επικράτεια των μεθόδων της. Μέσα στο πλαίσιο του μηχανιστικού παραδείγματος, η αστρολογία έπρεπε να θεωρηθεί ή κατασκεύασμα ή ανωμαλία δηλαδή, είτε οι υπερασπιστές της είναι απατεώνες είτε η αστρολογία αποτελεί μια τόσο ριζική απόκλιση από τη θεσμοθετημένη γνώση, ώστε απλώς θεωρείται υπερβολικά αλλόκοτη για να την ερευνήσει κάποιος. Το θέμα είναι ότι η αστρολογία απορρίφθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη όχι επειδή αποδείχθηκε εσφαλμένη αλλά επειδή αξιωματικά δεν θα έπρεπε να λειτουργεί. Η αστρολογία απλώς δεν ταιριάζει στο είδος του σύμπαντος που η επιστήμη οραματίζεται.

Τελικές σκέψεις
Από τον 17ο αιώνα, το μηχανιστικό παράδειγμα υπήρξε η κυρίαρχη κοσμοαντίληψη του δυτικού πολιτισμού. Επειδή ο μηχανισμός ξεκάθαρα αρνείται τη δυνατότητα δράσης από απόσταση, την ενυπάρχουσα θεότητα ή τα αναγωγικά αίτια, η αστρολογία καταρχήν απορρίφθηκε. Στην πραγματικότητα, η αστρολογία αποκηρύχθηκε όχι επειδή αποδείχθηκε εσφαλμένη, αλλά επειδή έγινε ακατανόητη όταν εξετάστηκε στο πλαίσιο των αυθαίρετων περιορισμών της σύγχρονης κοσμοαντίληψης. Η αστρολογία είναι συνδεμένη με το οργανικό υπόδειγμα που η επιστήμη αντικατέστησε εκ βάθρων. Το οργανικό παράδειγμα υποστηρίζει ότι ο κόσμος είναι έμψυχος, ότι σ΄αυτόν κατοικεί μία πνευματική παρουσία εγγενής σε όλες τις ιεραρχίες της ύπαρξης. Κάθε ανθρώπινη ύπαρξη είναι ένας μικρόκοσμος μια μικρογραφία του σύμπαντος που αντανακλά τον μακρόκοσμο, το Σύμπαν ως ολότητα. Στα πλαίσια αυτής της κοσμοθεωρίας, η αστρολογία είναι κατανοητή, αφού μας βοηθάει να αντιληφθούμε με ποιο τρόπο συνδέονται ο μικρόκοσμος και ο μακρόκοσμος.

Στο επόμενο κεφάλαιο, θα εξετάσουμε την επιστημολογία του μηχανιστικού παραδείγματος -την πειραματική μέθοδο- και τις συνέπειες της λανθασμένης της εφαρμογής στην αστρολογική έρευνα. Θα υποστηρίξω ότι η πειραματική μέθοδος είναι από τη φύση της ακατάλληλη για την αστρολογική έρευνα και είναι απίθανο να προσφέρει στήριξη στην αστρολογική υπόθεση. Το επιχείρημά μου στηρίζεται στους εξής αλληλένδετους παράγοντες:
α) το νόημα κάθε τμήματος του ωροσκοπίου μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο στα πλαίσια των σχέσεων του με το σύνολο,
β) η προσωπικότητα είναι εξελισσόμενη και δεν μπορεί να αναχθεί μόνο σε ένα τμήμα του ωροσκοπίου,
γ) το νόημα των συμβόλων του ωροσκοπίου περιέχει μια αναπόφευκτη αμφισημία,
δ) τα αστρολογικά φαινόμενα είναι συγχρονικά,
ε) η αστρολογική αιτίαση είναι κυκλική και τελεολογική, και
στ) το ωροσκόπιο συμβολίζει ένα ανοιχτό, αναπτυσσόμενο, μη καθορισμένο σύστημα.

Το άρθρο είναι το Πρώτο Μέρος από μία ενότητα τριών άρθρων που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Stealing Fire From The Gods: Myth and Method In Astrological Research«[1]* * * * *

Παραπομπές

  1. Κλέβοντας τη Φωτιά από τους Θεούς: Μύθος και Μέθοδος στην Αστρολογική Έρευνα.
  2. Από την ομώνυμη ταινία με θέμα τον πόλεμο του Βιετνάμ. Αν κάποιος στρατιώτης παρίστανε τον τρελό για να ξεφύγει από τη φρίκη του πολέμου, ο στρατιωτικός ψυχολόγος θεωρούσε ότι πράγματι ένας λογικός άνθρωπος θα τρελαίνονταν από τον πόλεμο, άρα το να τρελαθεί ο στρατιώτης ήταν φυσιολογικό, άρα δεν ήταν τρελός, άρα μπορούσε να συνεχίσει τον πόλεμο. Η διάταξη αυτή ονομάζονταν catch-22.
  3. Η δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων.

Βιβλιογραφία

  • Easlea, B., Witch hunting, magic and the new philosophy: An introduction to debates of the scientific revolution 1450-1750, (1980) Atlantic Highlands, NJ: Humanities Press.
  • Griffin, D.R., Introduction: The reenchantment of science σε D.R. Griffin (Ed.), The reenchantment of science, σελ. 1-46, (1988), Albany, NY: State University of New York Press.
  • Kuhn, T., The structure of scientific revolutions, 2nd ed., 1970, Chicago: The University of Chicago Press.
  • Wittgenstein, L., Philosophical investigations (3rd ed.), 1970, G.E.M Anscombe, Trans. New York.

 

Συγγραφέας: Glenn Perry, Ph.D.
Πρωτύτυπος τίτλος: From Paradigm To Method In Astrological Research
Πηγή: From Paradigm To Method In Astrological Research
 
 
Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s