Η Πλουτώνια παθολογία (μέρος Δ)

Το σεξ ως όχημα και διαδρομή προς τον μετασχηματισμό
Εχω ήδη περιγράψει εν εκτάσει, την γενετήσια πράξη και σύλληψη, επειδή πιστεύω ότι είναι ανάλογη της διαδικασίας του ψυχολογικού μετασχηματισμού.

Για να εδραιώσουμε περαιτέρω αυτή την ιδέα, ας εξετάσουμε εν συντομία πως ερωτεύονται οι δύο εραστές μας και γιατί. Υπάρχει λόγος που πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι δεν ερωτεύονται τυχαία, αλλά σύμφωνα με κάποιο ασυνείδητο σχέδιο (Blinder, 1989 : Dicks, 1967 : Hendrix, 1988, Jung, 1953). To σχέδιο φαίνεται πως σχετίζεται με το γεγονός ότι τα άτομα επιλύουν δια μέσου των συντρόφων τους, τις ασυνείδητες συγκρούσεις και τα τραύματα που προέκυψαν από προηγούμενες σημαντικές σχέσεις τους. Προκειμένου να είναι αποτελεσματικό, είναι αναγκαίο (1) να επιλέξουμε κάποιον με παρόμοια χαρακτηριστικά γνωρίσματα και συμπεριφορά ενός από τους γονείς μας και (2) να επιλύσουμε μαζί τους οποιαδήποτε συναισθηματική εκκρεμότητα έχουμε με αυτούς τους γονείς. Ο σύντροφος, ουσιαστικά, λειτουργεί σαν υποκατάστατο για την θεραπεία παλιών τραυμάτων.

Ο Jung (1953) παρέχει ένα χρήσιμο μοντέλο του τρόπου λειτουργίας αυτής της διαδικασίας. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η ανθρώπινη ψυχή περιέχει το ασυνείδητο, το αυτόνομο ψυχικό περιεχόμενο που αντιπροσωπεύει τα αντίθετα φυλετικά στοιχεία της προσωπικότητας. Η anima είναι η ψυχική απεικόνιση της «θηλυκής υπόστασης» στον άνδρα και o animus προσωποποιεί την «ανδρική υπόσταση» στη γυναίκα. Κατά τον Jung, η προβολή της anima ή του animus σε άτομο του αντίθετου φύλου είναι υπεύθυνη για το φαινόμενο του έρωτα. Η ιδιαίτερη ποιότητα της σχέσης μας με το αντίθετο φύλο καθορίζεται , κατά τον Jung, από τον βαθμό ενσωμάτωσης της anima ή του animus. Ωστόσο, για την επίτευξη της ενσωμάτωσης και της θεραπείας είναι αναγκαίο να συναντήσουμε πρώτα την προβολή της anima/του animus. Σε αντίθετη περίπτωση, οι μορφές αυτές παραμένουν κλειδωμένες στο ασυνείδητο και δεν απελευθερώνονται ώστε να δημιουργήσουν τις προσπάθειες που επιφέρουν τη δυνατότητα διεύρυνσης της συνείδησης. Από αυτή την άποψη, οι προβολές είναι απαραίτητες, γιατί υπηρετούν το σκοπό της ανάδυσης του ασυνείδητου στην επιφάνεια. Για να ενσωματώσουμε το μέρος της anima/του animus πρέπει να αναπτύξουμε μια βαθύτερη και ευρύτερη συνείδηση.

Η anima/animus μπορεί να είναι «σκοτεινή» ή «φωτεινή» και ως επί το πλείστον περιέχει και τις δύο πλευρές. Η σκοτεινή anima, για παράδειγμα, συνήθως αποτυπώνεται στις ταινίες και στη λογοτεχνία ως η «μοιραία γυναίκα» η οποία, για διάφορους λόγους, αποδεικνύεται καταστροφική για τους συντρόφους της. Από πολλές απόψεις, η εικόνα της anima/animus λειτουργεί πολυσύνθετα. Απεικονίζει μια ερωτικά φορτισμένη ψυχική κατάσταση που έχει διαχωριστεί από την συνειδητή της ταυτότητα και στην οποία πρέπει να ενσωματωθεί προκειμένου να επιτευχθεί η θεραπεία/ολοκλήρωση. Η εχθρότητα στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις υπονοεί ομοίως μια ιδιαίτερα προβληματική ή σκοτεινή anima/animus μορφή. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της anima/animus αναπληρώνουν τις ελλείψεις ή τα ελαττώματα προβάλλοντας την αρσενική ή θηλυκή ενσυνείδητη συμπεριφορά, αντίστοιχα. Όταν η ενσυνείδητη συμπεριφορά ενός άνδρα, μεταφέρεται με μια αρνητική ακρότητα, π.χ. το «μάτσο αρσενικό» θα τείνει να παράγει μια αντίστοιχη αρνητική συμπεριφορά μέσω του ασυνείδητου. Για παράδειγμα, ίσως τότε οι γυναίκες να απεικονίζονται ως αδύναμες και άπορες. Αντίστροφα, εάν μια γυναικεία ενσυνείδητη συμπεριφορά μεταφέρεται με μια αρνητική ακρότητα, π.χ. «το ανίσχυρο θηλυκό» παράγεται μια αντίστοιχη αρνητική ασυνείδητη συμπεριφορά, και ίσως οι άνδρες να απεικονίζονται ως επιθετικοί και εξουσιαστές. Αυτές οι σκοτεινές εικόνες των μορφών anima/animus θα αντανακλώνται συγκεχυμένα και οι σχέσεις με το αντίθετο φύλο θα υποφέρουν από την ασυμφωνία ή την διχόνοια.

Η ιδέα του Jung για την anima/animus είναι παρόμοια με την ιδέα του «εσωτερικού αντικειμένου» της θεωρίας της αντικειμενοτρόπου σχέσης (σχέση με το αντικείμενο = σημ. μτφ. το «εγώ» υπάρχει μόνο σε σχέση με τα άλλα αντικείμενα, που μπορεί να είναι εξωτερικά ή εσωτερικά). Ένα εσωτερικό αντικείμενο είναι η νοητική αναπαράσταση ή εικόνα, ενός υπαρκτού προσώπου που μορφοποιήθηκε από την εμπειρία του ατόμου με κάποια σημαντική μορφή της παιδικής του ηλικίας, π.χ. η μητέρα ή ο πατέρας. Ένα εσωτερικό αντικείμενο υφίσταται σε σχέση με την καθεαυτή αντιπροσώπευση ορισμένων συγκεκριμένων αναγκών, όπως η ανάγκη για προστασία και ασφάλεια. Ο Dicks (1967) τόνισε ότι τα ζευγάρια με προβλήματα στο γάμο φαίνεται ότι δοκιμάζουν ασυνείδητα ο ένας τον άλλο στα μοντέλα των προηγούμενων ερωτικών αντικειμένων για τα οποία είχαν διφορούμενα αισθήματα. Υπάρχει η ελπίδα ή η φαντασίωση, ότι ο σύζυγος θα διαφέρει από τον προβληματικό γονέα/γονείς. Οι εντάσεις και οι παρανοήσεις προκύπτουν όταν «ο άλλος αποτυγχάνει να παίξει το ρόλο του συζύγου σύμφωνα με τον τρόπο ενός προδικασμένου μοντέλου ή μορφής από τον φανταστικό τους κόσμο» (σελ. 50). Ο Dicks βεβαιώνει ότι τα προβλήματα στο γάμο είναι επακόλουθο της αμοιβαίας προβολής. Ο καθένας από τους συζύγους, ως ένα βαθμό γίνεται αντιληπτός σαν ο γονέας του άλλου.

Οι εντάσεις μεταξύ των συζύγων μπορεί να είναι απόρροια της απογοήτευσης, τελικά, του συντρόφου για τον γαμήλιο ρόλο, παρόμοιας με την αποτυχημένη γονεϊκή μορφή, μια ομοιότητα που είχε αρνηθεί στη διάρκεια του φλερτ. Αυτή η, συχνά, από κοινού ανακάλυψη οδηγεί στην τροποποίηση της καθεαυτής συμπεριφοράς του αντικειμένου στην κατεύθυνση της παλινδρόμησης σε παιδαριώδεις αντιδράσεις προς τον σύντροφο (σελ. 62).

Τα παραπάνω προϋποθέτουν ότι ο γάμος είναι το αρχικό πεδίο εκδήλωσης των εκκρεμοτήτων των προηγούμενων σχέσεων με το αντικείμενο. Κάτω από ιδανικές συνθήκες, κάθε σύντροφος μπορεί να απορροφήσει την ανάγκη της παλινδρόμησης και τα προβλήματα του συζύγου. Εάν αυτά, ωστόσο, υπερβούν τα ανεκτά όρια, τότε πιθανόν να εκδηλωθούν συμπτώματα στρες. «Ακόμα και σε αυτό το επίπεδο», λέει ο Dicks (1967), «ο γάμος μπορεί να θεωρηθεί ότι δρα σαν φυσική θεραπεία στη σχέση, οι σύντροφοι ως ένα βαθμό υποφέρουν αντιμετωπίζοντας ο ένας τον άλλον σαν αποδιοπομπαίο τράγο (σελ. 66) ».

Αρκεί ένα παράδειγμα για να το εξηγήσουμε. Φανταστείτε ένα αγόρι που έχει τη Σελήνη του σε σύνοδο με τον Πλούτωνα, και τους δύο πλανήτες σε τετράγωνο με την Αφροδίτη. Επειδή η σχέση ανάμεσα στους γονείς του αγοριού είχε σημαδευτεί από συγκρούσεις, η μητέρα είχε οικειοποιηθεί το αγόρι ώστε να ικανοποιεί τις ακάλυπτες ανάγκες της για τρυφερότητα και συντροφικότητα. Συνεπώς, η σχέση με την μητέρα του χαρακτηρίζεται από ασφυκτικό έλεγχο. Εκείνη εναλλάσσει τη συμπεριφορά της από φορτική, σε παρεμβατική και γοητευτική. Και το χειρότερο, μπορεί να πληγώνει ή να περιφρονεί το αγόρι όποτε εκείνο εκδηλώνει το ενδιαφέρον του για κάποιο συνομήλικο κορίτσι. Εξαιτίας της αφύσικης εγγύτητας ανάμεσα στο αγόρι και τη μητέρα του, ο πατέρας ζηλεύει. Η σχέση με το γιο του είναι τεταμένη και απόμακρη. Δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτό το αγόρι ίσως να αναπτύξει την αίσθηση ότι η ανάγκη του για αγάπη και στοργή (Αφροδίτη) είναι επικίνδυνη (Πλούτων) Εάν φερθεί με στοργή στη μητέρα του, νιώθει πως παγιδεύεται. Εκείνη τον χρειάζεται πάρα πολύ. Επίσης ο πατέρας του θυμώνει. Αν όμως δείξει τρυφερότητα για κάποιο συνομήλικο κορίτσι, νιώθει ένοχος, σαν να απειλούσε και να πλήγωνε τη μητέρα του. Από την άλλη μεριά, ο πατέρας δεν μπορεί να βοηθήσει γιατί εχθρεύεται το γιο του και δεν αποτελεί πρότυπο τρυφερότητας απέναντι σε μια γυναίκα.

Μπορούμε να θεωρήσουμε ως υπόθεση ότι το αγόρι έχει εσωτερικεύσει το γυναικείο είδωλο σαν μία ανίσχυρη, κυριαρχική και άπληστη ύπαρξη. Σαν ενήλικας, θα ήθελε να γνωρίσει κάποια που είναι το αντίθετο της μητέρας του, μια δυναμική και ανεξάρτητη γυναίκα που θα σέβεται την ανάγκη του για προσωπική ελευθερία, και τον θα τον αγαπά το ίδιο παθιασμένα όπως και η μητέρα του. Με άλλα λόγια, θέλει να απομακρύνει τις «κακές» ιδιότητες της μητέρας/ γυναίκας και να κρατήσει τις «καλές». Η φαντασιακή προβολή της anima αντισταθμίζει το κακό αντικείμενο που έχει εσωτερικεύσει και αναπαριστά μόνο την «φωτεινή» πλευρά της μορφής.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο συγκεκριμένος άνδρας σχετίζεται με μια γυναίκα που κατά τα φαινόμενα, ενσωματώνει τις ιδιότητες που ψάχνει να βρει. Ο Dicks (1967) το διατύπωσε ως «γάμο από αντίθεση» ή «αντίθετη ταύτιση». Ο εξιδανικευμένος σύντροφος επιλέγεται σε σχέση με την ασφυκτική, επικίνδυνη πλευρά του αυθεντικού αντικειμένου. Σύμφωνα με τη θέση του Dicks, «το εξιδανικευμένο ερωτικό αντικείμενο παραμένει το ίδιο, ενώ η κακή πλευρά του, διαχωρισμένη ή απωθημένη, έχει απορριφθεί (σελ. 62)»

Από την αστρολογική σκοπιά, αυτό συνιστά διαχωρισμό της πολικότητας μεταξύ Ταύρου-Σκορπιού, όπως υπονοεί το τετράγωνο Αφροδίτης-Πλούτωνα. Οι ευχάριστες ποιότητες της Αφροδίσιας anima παραμένουν ενώ η Πλουτώνια διάσταση περιορίζεται. Οσον αφορά το φαινόμενο του «διαχωρισμού» έχει ενδιαφέρον να τονίσουμε ότι ο Ταύρος και ο Σκορπιός κυβερνούν τις αλληλοσυνδεόμενες διαδικασίες της κατακράτησης και της απέκκρισης. Ο Ταύρος κυβερνά το στόμα και το λαιμό που αντιστοιχούν στη διαδικασία της πρόσληψης και της συγκράτησης. Αντίθετα ο Σκορπιός κυβερνά τον πρωκτό και τα γεννητικά όργανα που αντιστοιχούν στη διαδικασία της αποβολής και της απέκκρισης. Αφού η Αφροδίτη και ο Πλούτωνας κυβερνούν τον Ταύρο και τον Σκορπιό, ομοίως κατά την υπόθεσή μου, οι δύσκολες όψεις ανάμεσα στους δύο πλανήτες ίσως είναι ενδεικτικές του διαχωρισμού. Η άμυνα του διαχωρισμού είναι πολύ γνωστή στην κλινική βιβλιογραφία. Γενικά τα νήπια που δεν έχουν ακόμα επιτύχει τη σταθερότητα του αντικειμένου (Ταύρος) αρχικά αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους άλλους μέσω του ριζικού διαχωρισμού «όλα καλά» ή «όλα κακά», μέχρις ότου η ωρίμανση τους επιτρέψει συνθετότερες διακρίσεις. Ο Scharff (1992) περιέγραψε αυτή τη διασπαστική διαδικασία με όρους εντυπωσιακά όμοιους με τις σωματικές διαδικασίες που κυβερνούν ο Ταύρος και ο Σκορπιός:

«Εάν μία εμπειρία είναι θετική, ενδοπροβάλλεται με ένα ψυχολογικό μοντέλο όμοιο της κατάποσης ή της απορρόφησης. Αν είναι αρνητική, προβάλλεται εξωτερικά, επί του αντικειμένου με ένα ψυχολογικό μοντέλο όμοιο του φτυσίματος. Αυτά τα εναλλασσόμενα μοντέλα δημιουργούν τις εν δυνάμει κατηγορίες του καλού/κακού, μέσα/έξω, εγώ/όχι εγώ. Το νήπιο έχει την τάση να ιδιοποιείται εκείνες τις ποιότητες του αντικειμένου που του προκαλούν ευχαρίστηση και να τις διεκδικεί ως τμήμα των δικών του απορρίπτοντας τις επώδυνες ιδιότητες και αποδίδοντάς τες στο αντικείμενο». (σελ. 73)

Γενικεύοντας, οι θετικές εμπειρίες της θρέψης γίνονται αντιληπτές ως «καλό» αντικείμενο (μητέρα) και «καλός» άνθρωπος, ενώ οι αρνητικές εμπειρίες συγκροτούνται ως «κακό» αντικείμενο και «κακός» άνθρωπος. Στα υγιώς αναπτυγμένα νήπια, το παιδί βαθμιαία αναγνωρίζει ότι οι καλές και κακές όψεις μιας εμπειρικής γνώσης είναι πλευρές του ίδιου ατόμου. Άλλα άτομα ούτε εξιδανικεύονται ως «όλοι καλοί», ούτε δυσφημούνται ως «όλοι κακοί» αλλά γίνονται αντιληπτοί ως κράμα των καλών και κακών πλευρών μαζί. Το παιδί αντιλαμβάνεται ότι αυτό ισχύει επίσης και για το ίδιο, γεγονός που του επιτρέπει την συγκρότηση της ιδέας του εαυτού του και επίσης την ικανότητα των ακαθόριστων (αβέβαιων) συναισθημάτων απέναντι στο ίδιο και τους άλλους.
Oταν οι εμπειρικές γνώσεις για τον εαυτό του αλληλοσυγκρούονται σε σημαντικό βαθμό, η σύνθεσή τους αποτελεί στόχο κολοσσιαίας σημασίας για το παιδικό Εγώ. Η διάσπαση της σχέσης του με το αντικείμενο, και συνεπώς με τον εαυτό του, προκύπτει από τις αλληλοσυγκρουόμενες εμπειρικές γνώσεις που είναι τόσο εκτεταμένες και συντριπτικές για το παιδί ώστε να μην μπορεί να συγκροτήσει στη συνείδησή του μια καθορισμένη αναπαράσταση του εαυτού του. Συνεπώς παραμένει ο διαχωρισμός στον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους.

Αν το παιδί ταυτιστεί μόνο με το καλό αντικείμενο, θα δημιουργηθεί μια βάση για τις μετέπειτα προσπάθειές του να συμβιώσει με εξιδανικευμένα άτομα, που θα υφίσταται παράλληλα με μια παρανοϊκή θέαση του διαχωρισμένου τώρα – κακής μητέρας- κόσμου. Ο κακός εαυτός περιορίζεται στο ασυνείδητο και το αντίστοιχο κακό-αντικείμενο κατοικοεδρεύει σε ο,τιδήποτε γίνεται αντιληπτό ως εχθρικό ή απειλητικό περιβάλλον. Συχνά, η κατάσταση αυτή οδηγεί στην επιλογή ενός συντρόφου ο οποίος αρχικά φαίνεται να εκπληρώνει τις φαντασιώσεις του, αλλά γρήγορα επιστρέφει σαν εφιάλτης. Κατά ένα ειρωνικό τρόπο, τα ίδια χαρακτηριστικά του συντρόφου που ήταν η μεγαλύτερη πηγή έλξης είναι εκείνα που οδηγούν και στη σύγκρουση. Kαι πάλι αυτό οφείλεται στο διαχωρισμό της φωτεινής από την σκοτεινή πλευρά της μορφής anima/animus. Επαναλαμβάνω ότι η anima/animus είναι μια ασυνείδητη όψη της προσωπικότητας του αντικειμένου της προβολής. Από τη στιγμή που ο σύντροφος εκλαμβάνεται ασυνείδητα ως ο φορέας των «χαμένων» πλευρών της προσωπικότητας, πρώτα εξιδανικεύεται και ακολούθως υποτιμάται, ακριβώς για την ίδια ιδιότητα! Με άλλα λόγια, το άτομο εκβάλει απωθημένα μέρη της προσωπικότητάς του, τα οποία έχει ήδη προβάλλει πάνω στον σύντροφό του, έστω και αν φαινόταν ότι αυτή η «αντιστοίχιση» με τη συνειδητή εικόνα του ατόμου αποτελούσε αρχικά σημαντική πλευρά της έλξης.

Διαβάστε επίσης:
Η Πλουτώνια παθολογία (μέρος Α)
Η Πλουτώνια παθολογία (μέρος Β)
Η Πλουτώνια παθολογία (μέρος Γ)
Η Πλουτώνεια παθολογία (μέρος Ε)

Συγγραφέας: Glenn Perry
Πρωτότυπος τίτλος: Pluto Pathology (Part 1). Sex, Death, and Power: A Scorpio Triumvirate
Πηγή: To κείμενο παραχωρήθηκε ειδικά για το myHoroscope από τους εκδότες του περιοδικού The Mountain Astrologer και με ενημέρωση του συγγραφέα ο οποίος εκδήλωσε επιθυμία να το δημοσιεύσει στα ελληνικά στην προσωπική του σελίδα.
 
 
Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s